απαυθημερίζω

ἀπαυθημερίζω (Α)
1. κάνω κάτι την ίδια μέρα
2. μεταβαίνω σε κάποιον τόπο και επιστρέφω αυθημερόν.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀπαυθημερίσαι — ἀπαυθημερίζω do on the same day aor inf act ἀπαυθημερίσαῑ , ἀπαυθημερίζω do on the same day aor opt act 3rd sg ἀπαυθημερίζω do on the same day aor inf act ἀπαυθημερίσαῑ , ἀπαυθημερίζω do on the same day aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαυθημερίζειν — ἀπαυθημερίζω do on the same day pres inf act (attic epic) ἀπαυθημερίζω do on the same day pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.